Η εκπαίδευση ενηλίκων δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων από έναν εκπαιδευτή προς μια ομάδα εκπαιδευομένων. Οι ενήλικοι προσέρχονται στη μαθησιακή διαδικασία με εμπειρίες, γνώσεις, προσδοκίες, ανάγκες και διαφορετικά κίνητρα. Για τον λόγο αυτό, ο ρόλος του εκπαιδευτή αποκτά μια διαφορετική διάσταση: δεν είναι μόνο να παρουσιάζει το περιεχόμενο, αλλά να δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί ουσιαστική μάθηση.
Ο εκπαιδευτής ενηλίκων λειτουργεί περισσότερο ως συντονιστής και διευκολυντής της μαθησιακής διαδικασίας. Οργανώνει, καθοδηγεί, ενθαρρύνει τον διάλογο και βοηθά τους εκπαιδευομένους να συνδέσουν όσα μαθαίνουν με τις δικές τους εμπειρίες και την καθημερινή ή επαγγελματική τους πραγματικότητα.
Από τη διδασκαλία στη μαθησιακή διαδικασία
Σε μια περισσότερο παραδοσιακή προσέγγιση, το επίκεντρο βρίσκεται συχνά στον εκπαιδευτή: εκείνος γνωρίζει, παρουσιάζει και εξηγεί, ενώ οι εκπαιδευόμενοι παρακολουθούν.
Στην εκπαίδευση ενηλίκων, όμως, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το τι θα διδάξει ο εκπαιδευτής στο πώς θα μάθουν οι εκπαιδευόμενοι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η γνώση και η προετοιμασία του εκπαιδευτή έχουν μικρότερη σημασία. Αντίθετα, ο εκπαιδευτής χρειάζεται να γνωρίζει καλά το αντικείμενό του. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιεί αυτή τη γνώση.
Μια ερώτηση, μια μελέτη περίπτωσης, μια συζήτηση ή ένα πραγματικό πρόβλημα μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να οδηγήσει σε βαθύτερη μάθηση από μια εκτενή παρουσίαση πληροφοριών.
Η εμπειρία των εκπαιδευομένων αποτελεί μέρος της μάθησης
Οι ενήλικοι δεν ξεκινούν τη μαθησιακή διαδικασία από το μηδέν. Έχουν ήδη διαμορφώσει γνώσεις, αντιλήψεις και τρόπους αντιμετώπισης καταστάσεων μέσα από την προσωπική και επαγγελματική τους πορεία.
Ο εκπαιδευτής μπορεί να αξιοποιήσει αυτή την εμπειρία ως μαθησιακό πόρο.
Όταν, για παράδειγμα, παρουσιάζεται ένα νέο θέμα, μπορεί να ζητήσει από τους εκπαιδευομένους να ανακαλέσουν μια σχετική εμπειρία, να περιγράψουν πώς αντιμετώπισαν μια κατάσταση ή να συγκρίνουν τη νέα γνώση με όσα ήδη γνωρίζουν.
Με αυτόν τον τρόπο, η μάθηση αποκτά μεγαλύτερο νόημα. Η νέα πληροφορία δεν παραμένει απομονωμένη, αλλά συνδέεται με κάτι οικείο και μπορεί ευκολότερα να μεταφερθεί στην πράξη.
Δημιουργώντας χώρο για συμμετοχή και διάλογο
Η διευκόλυνση της μάθησης προϋποθέτει ένα περιβάλλον στο οποίο οι εκπαιδευόμενοι αισθάνονται ότι μπορούν να εκφραστούν, να κάνουν ερωτήσεις, να ανταλλάξουν απόψεις και ακόμη και να διαφωνήσουν.
Ο εκπαιδευτής δεν χρειάζεται να έχει συνεχώς τον λόγο. Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζει πότε πρέπει να παρέμβει, πότε να θέσει μια ερώτηση και πότε να αφήσει την ομάδα να αναπτύξει τη συζήτηση.
Για παράδειγμα, αντί να δώσει αμέσως την απάντηση σε ένα ζήτημα, μπορεί να ρωτήσει:
«Πώς θα το αντιμετωπίζατε εσείς σε μια πραγματική κατάσταση;»
Μια τέτοια ερώτηση μεταφέρει μέρος της ευθύνης της μαθησιακής διαδικασίας στους ίδιους τους εκπαιδευομένους και τους καλεί να σκεφτούν, να αξιοποιήσουν όσα γνωρίζουν και να διαμορφώσουν τη δική τους προσέγγιση.
Ο εκπαιδευτής παρατηρεί και προσαρμόζεται
Καμία ομάδα ενηλίκων δεν είναι ίδια με μια άλλη. Οι εκπαιδευόμενοι μπορεί να διαφέρουν ως προς τις προηγούμενες γνώσεις, την εμπειρία, τον ρυθμό μάθησης, την αυτοπεποίθηση ή τις προσδοκίες τους από το πρόγραμμα.
Γι' αυτό και ο αρχικός σχεδιασμός ενός προγράμματος, όσο σημαντικός και αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα απολύτως σταθερό πλαίσιο.
Ο εκπαιδευτής χρειάζεται να παρατηρεί την ομάδα και να προσαρμόζει, όπου χρειάζεται, τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται. Μπορεί να χρειαστεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο σε ένα σημείο, να δώσει ένα επιπλέον παράδειγμα, να αλλάξει μια δραστηριότητα ή να χρησιμοποιήσει διαφορετικό τρόπο παρουσίασης.
Η προσαρμογή αυτή δεν αποτελεί απόκλιση από τον σχεδιασμό. Αποτελεί μέρος της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Η ανατροφοδότηση ως μέρος της μάθησης
Ένας ακόμη σημαντικός ρόλος του εκπαιδευτή είναι η παροχή ουσιαστικής ανατροφοδότησης.
Η ανατροφοδότηση δεν περιορίζεται στο αν μια απάντηση είναι σωστή ή λανθασμένη. Μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευόμενο να αναγνωρίσει τι έχει ήδη κατακτήσει, πού χρειάζεται βελτίωση και με ποιον τρόπο μπορεί να προχωρήσει.
Παράλληλα, η ανατροφοδότηση λειτουργεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι αντιδράσεις, οι ερωτήσεις και οι δυσκολίες των εκπαιδευομένων προσφέρουν στον ίδιο τον εκπαιδευτή πολύτιμες πληροφορίες για το κατά πόσο η μαθησιακή διαδικασία λειτουργεί όπως είχε σχεδιαστεί.
Ο εκπαιδευτής ως δημιουργός συνθηκών μάθησης
Ο σύγχρονος ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων δεν σημαίνει ότι εκείνος αποσύρεται από τη διαδικασία. Σημαίνει ότι ο ρόλος του γίνεται πιο σύνθετος.
Χρειάζεται να γνωρίζει το αντικείμενό του, να σχεδιάζει, να οργανώνει και να εξηγεί. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να ακούει, να παρατηρεί, να ενθαρρύνει, να προσαρμόζεται και να δημιουργεί ευκαιρίες για συμμετοχή και εφαρμογή.
← Επιστροφή στο Blog