Στην εκπαίδευση ενηλίκων, η εμπειρία των συμμετεχόντων μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο μαθησιακό πόρο. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι τι συμβαίνει στη συνέχεια: αρκεί το γεγονός ότι κάποιος έχει βιώσει μια κατάσταση για να σημαίνει ότι έχει μάθει από αυτήν;

Η απάντηση δεν είναι πάντα αυτονόητη. Μπορεί να επαναλαμβάνουμε μια πρακτική επειδή μας είναι οικεία, να θεωρούμε έναν τρόπο εργασίας δεδομένο ή να ερμηνεύουμε ένα αποτέλεσμα με τον ίδιο τρόπο για χρόνια, χωρίς ποτέ να έχουμε σταθεί να τον εξετάσουμε.

Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία ο αναστοχασμός.

Η εμπειρία δεν εγγυάται από μόνη της τη μάθηση

Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν αντιμετωπίσει την ίδια κατάσταση και να έχουν αποκομίσει εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Ακόμη και το ίδιο άτομο μπορεί να βιώνει επανειλημμένα μια κατάσταση χωρίς να αναρωτιέται γιατί εξελίσσεται με συγκεκριμένο τρόπο.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, έναν επαγγελματία που αντιμετωπίζει συχνά παράπονα πελατών. Με τον χρόνο μπορεί να έχει αναπτύξει έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασης και να θεωρεί ότι «έτσι αντιμετωπίζονται αυτές οι περιπτώσεις».

Η συσσώρευση εμπειρίας, όμως, δεν σημαίνει ότι αυτή η προσέγγιση είναι πάντοτε η καταλληλότερη.

Το ίδιο συμβαίνει όταν ακούμε φράσεις όπως «στη δική μας δουλειά αυτό δεν γίνεται», «το έχουμε δοκιμάσει και δεν λειτουργεί» ή «εγώ τόσα χρόνια έτσι το κάνω». Δεν σημαίνουν απαραίτητα άρνηση για μάθηση. Μπορεί να δείχνουν ότι μια νέα ιδέα έρχεται σε σύγκρουση με έναν τρόπο σκέψης που έχει διαμορφωθεί μέσα από χρόνια εμπειρίας.

Η μάθηση αρχίζει όταν εμφανιστεί ένα επιπλέον ερώτημα:

«Γιατί το αντιμετωπίζω με αυτόν τον τρόπο;»

Από το «τι συνέβη;» στο «τι θα κάνω διαφορετικά;»

Ο αναστοχασμός δεν είναι απλώς η ανάμνηση ή η περιγραφή μιας εμπειρίας. Χρειάζεται να περάσουμε από το γεγονός στην ερμηνεία και από εκεί στη νέα δράση.

Ένας χρήσιμος τρόπος να οργανωθεί αυτή η διαδικασία είναι μέσα από τρία ερωτήματα:

Τι συνέβη;
Τι έγινε πραγματικά; Πώς αντέδρασα; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Τι σημαίνει αυτό;
Γιατί αντέδρασα έτσι; Τι επηρέασε την απόφασή μου; Υπήρχε κάτι που δεν είχα προσέξει; Θα μπορούσε κάποιος άλλος να δει την ίδια κατάσταση διαφορετικά;

Τι θα κάνω διαφορετικά;
Τι κρατώ από αυτή την εμπειρία; Τι μπορώ να αλλάξω; Τι θα ήθελα να δοκιμάσω αν βρεθώ ξανά σε μια αντίστοιχη κατάσταση;

Αυτή η μετάβαση είναι που μετατρέπει σταδιακά την εμπειρία σε μάθηση.

Ο ρόλος του εκπαιδευτή: από την αφήγηση στη διερεύνηση

Όταν ένας εκπαιδευόμενος μοιράζεται μια πραγματική εμπειρία, η συζήτηση μπορεί εύκολα να μείνει στην απλή περιγραφή του περιστατικού.

Η μαθησιακή δυνατότητα, όμως, βρίσκεται σε όσα μπορούν να διερευνηθούν στη συνέχεια.

Ο εκπαιδευτής μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευόμενο και την ομάδα να επιστρέψουν στην εμπειρία μέσα από ερωτήσεις όπως:

  • Τι άλλες επιλογές υπήρχαν;
  • Ποια στοιχεία επηρέασαν την απόφαση;
  • Πώς θα μπορούσε να αντιληφθεί την ίδια κατάσταση κάποιος άλλος;
  • Ποιο σημείο θα άξιζε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά;

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας συμμετέχων περιγράφει μια περίπτωση κατά την οποία ένας συνάδελφος αντέδρασε έντονα σε μια αλλαγή στον χώρο εργασίας.

Αντί η συζήτηση να σταματήσει στην αφήγηση, η ομάδα μπορεί να εξετάσει τι πιθανόν προκάλεσε την αντίδραση, ποιες παραδοχές έγιναν για το συγκεκριμένο άτομο, ποιες διαφορετικές επιλογές επικοινωνίας υπήρχαν και τι θα μπορούσε να εφαρμοστεί διαφορετικά στο μέλλον.

Ένα πραγματικό περιστατικό μετατρέπεται έτσι σε μαθησιακό εργαλείο.

Κριτική εξέταση δεν σημαίνει απαξίωση της εμπειρίας

Για έναν ενήλικο, η επαγγελματική και προσωπική εμπειρία αποτελεί συχνά σημαντικό μέρος της ταυτότητάς του. Γι’ αυτό, όταν μια εκπαιδευτική διαδικασία αμφισβητεί άμεσα τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται ή σκέφτεται, μπορεί να δημιουργηθεί αντίσταση.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:

«Αυτό που κάνετε είναι λάθος.»

και στο:

«Σε ποιες περιπτώσεις αυτή η προσέγγιση λειτουργεί και σε ποιες ίσως χρειάζεται κάτι διαφορετικό;»

Στη δεύτερη περίπτωση, η εμπειρία δεν απορρίπτεται. Εξετάζεται.

Ο στόχος του αναστοχασμού δεν είναι να ακυρώσουμε όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, αλλά να διερευνήσουμε εάν χρειάζεται να τα εμπλουτίσουμε, να τα προσαρμόσουμε ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τα επανεξετάσουμε.

Από τον αναστοχασμό στη νέα δράση

Η σκέψη από μόνη της δεν είναι το τέλος της διαδικασίας.

Ο εκπαιδευόμενος μπορεί, μετά τον αναστοχασμό, να αποφασίσει ότι την επόμενη φορά θα θέσει μια διαφορετική ερώτηση, θα ακούσει περισσότερο πριν απαντήσει, θα χρησιμοποιήσει μια νέα τεχνική ή θα αντιμετωπίσει μια κατάσταση από διαφορετική οπτική.

Δεν χρειάζεται η αλλαγή να είναι μεγάλη. Μια μικρή διαφορετική ενέργεια μπορεί να δημιουργήσει μια νέα εμπειρία. Και αυτή η νέα εμπειρία μπορεί να γίνει αφετηρία για έναν νέο κύκλο σκέψης και μάθησης.

Ο αναστοχασμός μπορεί να ενσωματώνεται και σε μικρές στιγμές ενός εκπαιδευτικού προγράμματος. Μετά από μια μελέτη περίπτωσης, μια προσομοίωση ή μια ομαδική δραστηριότητα, αρκεί συχνά ένα απλό ερώτημα:

«Τι κρατάτε από αυτό και τι θα μπορούσατε να κάνετε διαφορετικά στην πράξη;»

← Επιστροφή στο Blog